Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

"Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ"



"Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ"
----Απόσπασμα από το βιβλίο του Παντελή Β. Γιαννουλάκη, από το κεφάλαιο ΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ -----
. . . . . .Όταν πέθανε ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης ένιωσε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει ανεμπόδιστος τις μελέτες του και το έργο του στην κεντρική Ελλάδα, γιατί εκεί ήταν πολλοί αυτοί που εναντιώνονταν έντονα στις δραστηριότητες των φιλοσόφων και τους κατηγορούσαν με την παραμικρή πρόφαση.
Έτσι, αποφάσισε να μεταναστεύσει.
Θεώρησε ότι ο καταλληλότερος τόπος γι’ αυτόν θα ήταν εκείνος που κυβερνούταν από έναν μαθητή της φιλοσοφίας (ακολουθώντας σε αυτό την ίδια άποψη του Πλάτωνα). Έτσι, ενώ στην αρχή πήγε στην Μυτιλήνη, τελικά μετανάστευσε στον Αταρνέα, στην αυλή του βασιλιά Ερμεία, ενός τυράννου της Μικράς Ασίας, ο οποίος είχε σπουδάσει μαζί του στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου είχαν γνωριστεί και συνδεθεί με φιλία. . . . . .
. . . . . .Ερωτεύτηκε την κόρη του Ερμεία (ή την ανιψιά του), την Πυθιάδα ή Πυθία, και την παντρεύτηκε.
Την Πυθιάδα την αγάπησε όσο τίποτε άλλο στη ζωή του, και ήταν ευτυχισμένος μαζί της στην Μικρά Ασία για αρκετά χρόνια, κάτω από τους φοίνικες και δίπλα σε φιλικούς ανθρώπους που «τιμούσαν τον Ξένιο Δία», που ήταν δηλαδή φιλόξενοι. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως ήταν ξένος όπου κι αν βρισκόταν, επειδή ήταν άνθρωπος της γνώσης και η γνώση ήταν ξένη για τους περισσότερους ανθρώπους.
Θέλησε εκεί να ιδρύσει για πρώτη φορά την δική του σχολή, αλλά πριν προλάβει να το κάνει, έγινε πόλεμος με τους Πέρσες.
Οι Πέρσες εισέβαλαν βάρβαρα, σκότωσαν τον Ερμεία και προσάρτησαν το κράτος του στην Περσική αυτοκρατορία.
Αυτή η εισβολή, ουσιαστικά δώρισε στην Ελλάδα έναν από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της (αφού, αν δεν γινόταν, μάλλον δεν θα έφευγε από εκεί για να επιστρέψει), αν και η σκηνοθεσία της μοίρας ήταν έτσι στημένη ώστε κανονικά θα έπρεπε να τον σκοτώσουν. . . . . . .
. . . . . .Την τελευταία στιγμή, καθώς φλέγονταν τα πάντα, ο Αριστοτέλης μαζί με την Πυθιάδα κατάφεραν να δραπετεύσουν και να βρουν ένα καράβι για την Λέσβο.
Όμως, η αγαπημένη του Πυθιάδα πέθανε αργότερα, αφήνοντας τον απαρηγόρητο για όλη του τη ζωή, και αφήνοντας του μία όμορφη κόρη. Γι’ αυτήν την κόρη του, την οποία είχε μαζί του για αρκετό καιρό, οι ανόητοι και καχύποπτοι επικριτές του τον κατηγορούσαν ότι ήταν η ανήλικη παλλακίδα του, χωρίς να γνωρίζουν ότι ήταν παιδί του.
Παρ’ όλα αυτά, σαν να ήθελε να τους σοκάρει περισσότερο, άρχισε να συζεί (ή ξαναπαντρεύτηκε) με την Ερπυλλίδα, μια φημισμένη εταίρα εκείνης της εποχής. Από αυτήν απέκτησε και έναν γιό, τον οποίο αγαπούσε πολύ: τον Νικόμαχο.
Αλλά, η απουσία της Πυθιάδας τον βασάνιζε κρυφά σε όλη την ζωή του (όπως δεν δίσταζε να μνημονεύει και τον Ερμεία, για τον οποίο πρέπει να ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη), γι’ αυτό και, όπως αποδείχθηκε, πριν πεθάνει, στην διαθήκη του ζήτησε να τον θάψουν δίπλα της («εκεί που θα με θάψετε, να βάλετε και τα οστά της Πυθιάδας μου, όπως εκείνη επιθυμούσε», έγραψε, για να μη δείξει τη δική του αδυναμία).
Αυτή η συναισθηματική λεπτομέρεια, νομίζω ότι αντιτίθεται κάπως στην μάλλον λανθασμένη εικόνα που έχουμε για τον Αριστοτέλη: ενός ανθρώπου αυστηρού, στρατηγικού, ψυχρού, πολύ εγκεφαλικού, δίχως αισθήματα και πάθη. Αυτή ήταν μάλλον μία εικόνα που επιτηδευμένα την εμφάνιζε δημοσίως, ίσως γιατί τον εξυπηρετούσε στους σκοπούς του…
Ο Αριστοτέλης τραύλιζε, τουλάχιστον όσο ήταν νεαρός, γι’ αυτό και δεν ήταν ιδιαίτερα δεινός στην ρητορική ομιλία και την προφορική έκφραση, είχε μικρά μάτια, και η όρασή του με τα χρόνια εξασθενούσε από το πολύ διάβασμα, είχε αδύναμα και λεπτά πόδια, γι’ αυτό και –αυτός, ο ιδρυτής της περιπατητικής σχολής– άρχισε να δυσκολεύεται στο βάδισμα και να κουτσαίνει, από κάποια ηλικία και έπειτα…
Έχει σχολιαστεί έντονα από πολλούς συγγραφείς η μανία επίδειξης του Αριστοτέλη, ο οποίος, όντως, πρέπει να ήταν αρκετά επιδειξίας.
Και είχε, ίσως λόγω αυτής της επιδειξιμανίας, πολλές μικρές μανίες ή εμμονές.
Του άρεσαν πολύ τα δαχτυλίδια, είχε μεγάλη συλλογή και του άρεσε να τα επιδεικνύει, πάντα φορούσε τόσα πολλά δαχτυλίδια που σχεδόν δεν φαινόντουσαν τα δάχτυλά του. Τα χέρια του έλαμπαν από μακριά στο φως του ήλιου, από τα πολλά δαχτυλίδια που φορούσε, πέντε ή έξι στο κάθε δάχτυλο, σε όλα τα δάχτυλα και των δύο χεριών.
Παντού και πάντα περηφανευόταν για την τεράστια βιβλιοθήκη του και για τα σπάνια αναγνώσματα που είχε στην κατοχή του.
Επίσης, συνέλεγε τα πιο παράξενα και αξιοπερίεργα αντικείμενα.
Του άρεσε να ντύνεται επίσημα, με τα πιο καλά ρούχα και με περίτεχνους χιτώνες.
Κούρευε πολύ κοντά τα μαλλιά του, σε αντίθεση με τους περισσότερους άντρες της εποχής του, για να δείχνει ταξιδεμένος και κοσμοπολίτης, (επειδή όσοι ταξίδευαν πολύ, κυρίως στην Ανατολή, κούρευαν κοντά τα μαλλιά τους ακολουθώντας τις μόδες των χωρών της Ανατολής, όπου μάλλον το κοντό κούρεμα προτιμούταν λόγω του συνήθως θερμού κλίματος).
Ο ίδιος που είχε παρατηρήσει και επικρίνει τόσο μεθοδικά τις λεγόμενες αντιφάσεις του Πλάτωνα, δεν συναισθανόταν τη μεγάλη αντίφαση για τον εαυτό του, μεταξύ της επιδειξιμανίας, φιλοδοξίας και ίσως αλαζονείας, που φανερά τον χαρακτήριζαν, και της αρετής και σοφίας που πρέσβευε ή επιδίωκε.
Ίσως γιατί, έτσι κι αλλιώς, ήταν ένας ενάρετος και σοφός άνθρωπος.
Πάντως, επειδή είχε διαφοροποιηθεί από τον Πλάτωνα όσο ακόμη εκείνος ζούσε, ο Πλάτωνας είχε πει γι’ αυτόν: «Ο Αριστοτέλης με κλώτσησε, όπως τα πουλάρια κλωτσούν την μητέρα τους μόλις γεννηθούν…» (Κι από τότε, μέχρι σήμερα, διαρκεί ο αρχετυπικός θρύλος του μαθητή που τελικά εναντιώνεται στον δάσκαλο του, θέλοντας να τον ξεπεράσει. Σ’ αυτό έχει συντελέσει και ένας σχετικός μύθος του Αισώπου).
Ακόμη και το όνομά του, Αριστοτέλης, υποδείκνυε ότι ήταν ένας άνθρωπος που όλα τα έκανε άριστα.
Κυνηγημένος από παντού από μισαλλοδοξίες, ζήλια, εχθρικές εισβολές, κινδύνους, ανοησία, επικρίσεις και αυστηρότητα, ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε να βρει το καταφύγιο που έψαχνε, στο οποίο να μπορούσε επιτέλους να στεγάσει τη φιλοσοφία του και το διδασκαλικό έργο που ήθελε να επιτελέσει.
Και είχε κουραστεί να περιπλανιέται.
Ώσπου, το 343 π.Χ., όταν ο Αριστοτέλης ήταν ήδη σαράντα χρονών, ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Φίλιππος, που τον γνώριζε ως γιο του γιατρού και φίλου του πατέρα του, τον προσκάλεσε στην Πέλλα για να αναλάβει την επίβλεψη, την διδασκαλία και την εκπαίδευση του δεκαπεντάχρονου γιου του και διαδόχου του, Αλέξανδρου. Ο Φίλιππος ήθελε για τον Αλέξανδρο τον καλύτερο δάσκαλο της Ελλάδας, και έκρινε ότι αυτός ήταν ο Αριστοτέλης, που ήταν και ομογενής του και οικογενειακός φίλος.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, αυτό ήταν μεγάλη τιμή για τον φιλόσοφο, αλλά ήταν και η αρχή ακόμη μεγαλύτερων προβλημάτων γι’ αυτόν. . . . . . . . . . . . . . . . .
*
*
*
Διάβασε :
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
(Παντελής Β. Γιαννουλάκης)
Νέο βιβλίο από το ΑΟΡΑΤΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ
–Για να το αποκτήσεις με παραγγελία άμεσα online :
–Ή στο email : InvisibleCollege.publ@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου