Η μάχη που άλλαξε τον αρχαίο κόσμο
Την 1η Οκτωβρίου του 331 π.Χ., σε μια πεδιάδα της Μεσοποταμίας, ο Μέγας Αλέξανδρος βρέθηκε απέναντι στον στρατό μιας από τις ισχυρότερες αυτοκρατορίες της αρχαιότητας. Ο...
Δαρείος Γ’ είχε συγκεντρώσει δυνάμεις από διαφορετικές περιοχές της επικράτειάς του, αποφασισμένος να ανακόψει την προέλαση του Μακεδόνα βασιλιά.
Είχε επιλέξει το έδαφος, είχε προετοιμάσει το πεδίο και διέθετε ισχυρό ιππικό. Όμως, μέχρι το τέλος της αναμέτρησης, η περσική στρατιά είχε ηττηθεί και ο ίδιος είχε εγκαταλείψει τη μάχη. Τα Γαυγάμηλα άνοιξαν στον Αλέξανδρο τον δρόμο προς την καρδιά της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.
Η σύγκρουση αποτελούσε συνέχεια μιας εκστρατείας που είχε ήδη ανατρέψει τις ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο. Από το 334 π.Χ., όταν πέρασε στην Ασία, ο Αλέξανδρος είχε νικήσει στον Γρανικό και κατόπιν στην Ισσό, όπου αντιμετώπισε προσωπικά τον Δαρείο. Ακολούθησαν η πολιορκία της Τύρου, η κατάληψη της Γάζας και η πορεία προς την Αίγυπτο.
Ωστόσο, οι επιτυχίες αυτές δεν αρκούσαν για την οριστική επικράτηση. Ο Πέρσης βασιλιάς διατηρούσε πρόσβαση στους ανθρώπους, στους πόρους και στις μεγάλες επαρχίες της Ανατολής. Μπορούσε ακόμη να συγκροτήσει στρατό ικανό να απειλήσει τον εισβολέα.

Ο Δαρείος είχε αντιληφθεί πόσο περιοριστικό ήταν το πεδίο της Ισσού για την ανάπτυξη των δυνάμεών του. Στα Γαυγάμηλα, στην περιοχή του σημερινού βόρειου Ιράκ, επέλεξε μια ανοιχτή πεδιάδα που προσφερόταν για ελιγμούς ιππικού και επιθέσεις αρμάτων.
Έδωσε μάλιστα εντολή να εξομαλυνθούν τμήματα του εδάφους, ώστε τα δρεπανηφόρα άρματα να κινηθούν αποτελεσματικότερα. Ήθελε να υποχρεώσει τον Αλέξανδρο να πολεμήσει σε συνθήκες που ευνοούσαν την περσική πλευρά. Η μεγάλη έκταση θα επέτρεπε στις δυνάμεις του να απλωθούν γύρω από την αντίπαλη παράταξη, δημιουργώντας τον κίνδυνο περικύκλωσης.
Οι αριθμοί των στρατευμάτων παραμένουν αντικείμενο συζήτησης. Οι αρχαίοι συγγραφείς παραδίδουν εντυπωσιακά μεγέθη για την περσική δύναμη, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν δεκτά άκριτα. Οι αναφορές ακόμη και σε ένα εκατομμύριο πεζούς αντανακλούν την υπερβολή που συχνά συνοδεύει τις αφηγήσεις μεγάλων πολέμων.
Για τον στρατό του Αλέξανδρου αναφέρονται περίπου σαράντα χιλιάδες πεζοί και επτά χιλιάδες ιππείς. Το ουσιαστικό πρόβλημα ήταν η υπεροχή του περσικού ιππικού και η δυνατότητά του να υπερφαλαγγίσει τις μακεδονικές πτέρυγες. Ο Αλέξανδρος έπρεπε να διατηρήσει τη συνοχή του στρατού του όσο αναζητούσε ευκαιρία επίθεσης.
Πριν από τη σύγκρουση, ο Μακεδόνας βασιλιάς μελέτησε την αντίπαλη διάταξη. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Παρμενίων πρότεινε νυχτερινή επίθεση, αλλά ο Αλέξανδρος την απέρριψε. Η γνωστή απάντηση ότι δεν ήθελε να «κλέψει» τη νίκη αποδίδεται σε αυτόν από τις πηγές, χωρίς να μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ακριβή διατύπωσή της.
Ο Δαρείος, πάντως, φοβούμενος αιφνιδιασμό, κράτησε τις δυνάμεις του σε παράταξη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο Αρριανός συνδέει αυτήν την παρατεταμένη αναμονή με κόπωση και ψυχολογική επιβάρυνση. Η μάχη άρχιζε πριν ακόμη συγκρουστούν τα όπλα, μέσα στην αγωνία της προετοιμασίας.
Στη μακεδονική παράταξη, ο Αλέξανδρος βρισκόταν στη δεξιά πτέρυγα, μαζί με το επίλεκτο ιππικό των Εταίρων. Το κέντρο κρατούσε η φάλαγγα, ενώ την αριστερή πτέρυγα διοικούσε ο έμπειρος Παρμενίων, με σημαντική παρουσία Θεσσαλών ιππέων. Πίσω από την πρώτη γραμμή είχαν τοποθετηθεί πρόσθετες δυνάμεις, ώστε να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη περικύκλωση.

Η διάταξη δείχνει ότι ο Αλέξανδρος αναγνώριζε τον κίνδυνο. Η επιθετική του τόλμη στηριζόταν σε προετοιμασία και κατανομή ευθυνών. Για να μπορέσει ο ίδιος να επιχειρήσει το αποφασιστικό χτύπημα, άλλες μονάδες έπρεπε να αντέξουν την πίεση και να προστατεύσουν τα πλευρά του στρατεύματος.
Η κίνηση που ξεχωρίζει στην αφήγηση του Αρριανού είναι η μετατόπιση του Αλέξανδρου προς τα δεξιά. Καθώς προχωρούσε λοξά, πλησίαζε στα όρια του εδάφους που είχαν προετοιμάσει οι Πέρσες. Ο Δαρείος χρειάστηκε να αντιδράσει, στέλνοντας ιππικό για να εμποδίσει την περαιτέρω κίνησή του. Ακολούθησαν σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα σε αντίπαλες μονάδες ιππέων. Η εικόνα ενός στρατού που εκτελούσε ανεμπόδιστα ένα τέλειο σχέδιο είναι παραπλανητική: οι άνδρες του Αλέξανδρου δέχθηκαν ισχυρές επιθέσεις και υπέστησαν απώλειες. Ωστόσο, οι περσικές μετακινήσεις δημιούργησαν σταδιακά την ευκαιρία που αναζητούσε ο Μακεδόνας διοικητής.
Τα δρεπανηφόρα άρματα δεν έφεραν την ανατροπή στην οποία προσδοκούσε η περσική πλευρά. Επρόκειτο για οχήματα με προσαρμοσμένες λεπίδες, σχεδιασμένα να προκαλούν τρόμο και να διασπούν το πεζικό. Σύμφωνα με τον Αρριανό, ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες επιτέθηκαν σε ορισμένα με ακόντια, ενώ άλλα αντιμετωπίστηκαν από κοντά.
Όπου άρματα έφτασαν στις γραμμές, οι άνδρες άνοιξαν διαδρόμους, όπως είχαν εκπαιδευτεί, επιτρέποντάς τους να περάσουν. Έτσι περιορίστηκε η αποτελεσματικότητα ενός όπλου που μπορούσε να γίνει καταστροφικό απέναντι σε πανικόβλητους στρατιώτες. Η εκπαίδευση επέτρεψε στις μονάδες να αντιδράσουν οργανωμένα μέσα στον θόρυβο και στην ένταση.
Όταν εμφανίστηκε άνοιγμα στην περσική παράταξη, ο Αλέξανδρος έστρεψε την επίθεσή του προς το κέντρο. Οι Εταίροι σχημάτισαν σφήνα και όρμησαν προς την περιοχή όπου βρισκόταν ο Δαρείος, με υποστήριξη από το πεζικό. Στην αφήγηση του Αρριανού, η συνδυασμένη πίεση του ιππικού και της φάλαγγας προκάλεσε αναστάτωση γύρω από τον Πέρση βασιλιά.

Εκείνος εγκατέλειψε το πεδίο. Η φυγή του είχε τεράστια σημασία, καθώς αποδυνάμωνε την κεντρική διοίκηση και υπονόμευε την εμπιστοσύνη των στρατιωτών. Οι λεπτομέρειες, πάντως, παραμένουν συζητήσιμες, αφού οι σωζόμενες αφηγήσεις δεν προσφέρουν μια απολύτως ασφαλή ανασύνθεση κάθε ελιγμού.
Η μάχη δεν τελείωσε αμέσως με την αποχώρηση του Δαρείου. Στην αριστερή πτέρυγα, οι δυνάμεις του Παρμενίωνα αντιμετώπιζαν σοβαρή πίεση, ενώ περσικά τμήματα είχαν διεισδύσει μέχρι το μακεδονικό στρατόπεδο. Ο Αρριανός αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος διέκοψε την καταδίωξη για να προσφέρει βοήθεια, αν και η ακριβής αλληλουχία αμφισβητείται από νεότερους μελετητές. Ακολούθησαν ιδιαίτερα αιματηρές συγκρούσεις ιππικού.
Η αντοχή των Θεσσαλών και των υπόλοιπων μονάδων αποδείχθηκε καθοριστική. Η νίκη ανήκε σε έναν στρατό που συνέχισε να πολεμά σε διαφορετικά σημεία, ακόμη και όταν η κατάσταση παρέμενε αβέβαιη για πολλούς από τους συμμετέχοντες.
Μετά τα Γαυγάμηλα, η Βαβυλώνα, τα Σούσα και η Περσέπολη πέρασαν διαδοχικά στον έλεγχο του Αλέξανδρου. Ο Δαρείος διέφυγε προς το εσωτερικό της αυτοκρατορίας και δολοφονήθηκε το 330 π.Χ. από ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
Η αντίσταση δεν εξαφανίστηκε μέσα σε μία ημέρα, αλλά η δυνατότητα του βασιλιά να υπερασπιστεί τα μεγάλα κέντρα της εξουσίας του είχε καταρρεύσει. Η επιτυχία στα Γαυγάμηλα προσέφερε στον Αλέξανδρο πρόσβαση σε θησαυρούς, διοικητικούς μηχανισμούς και στρατηγικές διαδρομές. Η κατάκτηση αποκτούσε πλέον διαφορετική κλίμακα, καθώς ο νικητής καλούνταν να κυβερνήσει τις περιοχές που είχε καταλάβει.

Η ιστορική βαρύτητα των Γαυγαμήλων ξεπερνά την έκβαση μιας αναμέτρησης. Η νίκη επιτάχυνε τη μετάβαση προς τον ελληνιστικό κόσμο, στον οποίο η ελληνική γλώσσα, οι νέες πόλεις και τα βασίλεια των διαδόχων θα συνδέονταν με παλαιότερες ανατολικές παραδόσεις.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η μάχη παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα συνδυασμού διαφορετικών όπλων, αξιοποίησης ευκαιριών και πρωτοβουλίας στη διοίκηση. Πίσω από τον θρύλο του ακατανίκητου βασιλιά βρίσκονται η πειθαρχία, η εμπειρία και η αντοχή χιλιάδων στρατιωτών.
Εκείνη την ημέρα του Οκτωβρίου, η επιτυχία τους έδωσε στον Αλέξανδρο τη δυνατότητα να συνεχίσει μια εκστρατεία που θα άλλαζε τον αρχαίο κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου