Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβούλιο της Επικρατείας προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς με οριακή αλλά σαφή πλειοψηφία (21 υπέρ – 6 κατά) έκρινε συνταγματική τόσο τη δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών όσο και το δικαίωμα υιοθεσίας από αυτά.
Η εξέλιξη αυτή, που στηρίζεται στον νόμο 5089/2024, παρουσιάζεται από το δικαστήριο ως συμβατή με το Σύνταγμα, το διεθνές δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ωστόσο, για πολλούς, η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια νομική ερμηνεία, αλλά μια βαθιά τομή που αλλάζει ριζικά την έννοια της οικογένειας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά στη χώρα.
Το δικαστήριο υποστήριξε ότι οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας δεν είναι στατικοί, αλλά εξελίσσονται με την κοινωνία. Με αυτό το σκεπτικό, έκρινε ότι η επέκταση του γάμου σε άτομα του ίδιου φύλου δεν θίγει τον παραδοσιακό γάμο ούτε περιορίζει τα δικαιώματα των ετερόφυλων ζευγαριών. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν επηρεάζονται οι θρησκευτικές αντιλήψεις και οι κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς η τήρησή τους παραμένει θέμα προσωπικής επιλογής των πιστών.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η προσέγγιση είναι που δέχεται την πιο σκληρή κριτική. Διότι, σύμφωνα με τους επικριτές, το δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε έναν έλεγχο συνταγματικότητας, αλλά ουσιαστικά λειτούργησε ως «νομοθέτης», επαναπροσδιορίζοντας βασικές έννοιες χωρίς να υπάρχει ευρεία κοινωνική και επιστημονική συναίνεση. Η έννοια της οικογένειας, υποστηρίζουν, δεν είναι απλώς μια νομική κατασκευή που μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση, αλλά θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής, συνδεδεμένο με τη βιολογική και αναπαραγωγική πραγματικότητα.
Ακόμη μεγαλύτερη ένταση προκαλεί το ζήτημα της υιοθεσίας. Το ΣτΕ έκρινε ότι η δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια δεν παραβιάζει το συμφέρον του παιδιού, καθώς υπάρχουν διαδικαστικές εγγυήσεις και έλεγχοι από κοινωνικές υπηρεσίες και δικαστήρια. Υποστήριξε επίσης ότι η υιοθεσία δεν απαιτεί να «μιμείται» τη βιολογική οικογένεια και ότι η κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει πλέον πολλαπλά οικογενειακά σχήματα.
Εδώ όμως εντοπίζεται και η πιο έντονη αμφισβήτηση. Πολλοί θεωρούν ότι το δικαστήριο αγνόησε βασικά ερωτήματα: κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς, μακροχρόνιες και εμπεριστατωμένες επιστημονικές μελέτες για τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη των παιδιών και αν πράγματι το συμφέρον του παιδιού εξετάστηκε σε βάθος ή αντιμετωπίστηκε επιφανειακά στο όνομα της ισότητας. Η μειοψηφία των δικαστών, άλλωστε, εξέφρασε ακριβώς αυτή την ανησυχία, επισημαίνοντας ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η ασφάλεια αυτού του νέου οικογενειακού μοντέλου για τα παιδιά.
Παράλληλα, απορρίφθηκαν οι προσφυγές οργανώσεων όπως ο «Σύλλογος για την προστασία του Αγέννητου Παιδιού – Αγία Εμμέλεια», η «Εστία Πατερικών Μελετών» και η «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», οι οποίες υποστήριξαν ότι ο νόμος αλλοιώνει τον πυρήνα της οικογένειας και παραβιάζει θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές.
Η απόφαση του ΣτΕ, πέρα από το νομικό της περιεχόμενο, ανοίγει έναν βαθύτερο κοινωνικό και θεσμικό διάλογο. Για τους επικριτές, πρόκειται για μια επικίνδυνη ολίσθηση της Δικαιοσύνης σε ρόλο κοινωνικού μηχανικού, που επιχειρεί να επιβάλει αλλαγές χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιστορική συνέχεια, τις πολιτισμικές αξίες και τις επιφυλάξεις ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τέτοιου είδους αποφάσεις ενισχύουν πραγματικά τα δικαιώματα ή αν, αντίθετα, διαρρηγνύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, όταν αυτοί φαίνεται να απομακρύνονται από τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί δικαίου και κοινωνικής ισορροπίας.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτή δεν κλείνει τη συζήτηση — την ανοίγει ακόμη περισσότερο, και μάλιστα με όρους έντασης, αμφισβήτησης και βαθύτατου προβληματισμού για τον ρόλο της Δικαιοσύνης στη σύγχρονη κοινωνία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου